βρακάς

βρακάς
ο , βρακού η
1) тот, кто носит шаровары, широкие штаны; 2) перен. деревенщина

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "βρακάς" в других словарях:

  • βρακάς — ο αυτός που φοράει βράκα: Τις αποκριές ντύθηκε βρακάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • κρήτη — I Νησί (8.331 τ. χλμ., 601.131 κάτ.) της νοτιοανατολικής Μεσογείου, σε απόσταση περίπου 100 χλμ. ΝΑ της Πελοποννήσου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Ελλάδας (δεύτερο είναι η Εύβοια με έκταση 3.658 τ. χλμ.), το πέμπτο της Μεσογείου …   Dictionary of Greek

  • Brūch, der — * Der Brūch, des es, plur. die Brǖche, ein in Ober und Niederdeutschland bekanntes, im Hochdeutschen aber seltenes Wort, eine Art langer weiter Beinkleider zu bezeichnen, welche in Niedersachsen noch von den Schiffern, in Ober und… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • BRACCATA Gallia — vulgi La Provence. Nomen habet a braccis, quae Isidoro sic dictae videntur, quod sint breves, et corporis verenda iis velentur, quasi dicas βραχεῖς ἐςθῆται. Imo Braccae sunt βράκη, vel βράκια, h. e. ῤάκη vel ῥἀκια, inquit Casaubonus, qui minime… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Σποράδες — Έτσι ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα κατασπαρμένα νησιά του Αιγαίου, του Κρητικού και του Καρπάθιου πελάγους, σε αντίθεση προς το νησιωτικό κύκλο, που περιέκλειε τη Δήλο. Στα νεώτερα χρόνια είχε επικρατήσει να ονομάζονται Ανατολικές Σ. τα κατά… …   Dictionary of Greek

  • βρακοθηλιά — η η θηλιά της ζώνης του βρακιού ή της βράκας ή ολόκληρη η ζώνη με τις θηλιές από τις οποίες περνάει η ζώνη …   Dictionary of Greek

  • βρακολούρι — το λουρί για το δέσιμο της βράκας …   Dictionary of Greek

  • θύλακος — Μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι· θέση αντιπάλων στο εχθρικό έδαφος· στη σύγχρονη ορολογία, περιοχή μέσα σε κράτος υπό διαφορετικό καθεστώς. (Ανατ.) Ωοειδής σχηματισμός στα διάφορα όργανα του σώματος των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, που εκπληρώνει… …   Dictionary of Greek

  • σαλβάρι — και σαλιβάρι, το, Ν φαρδύ παντελόνι, ένα είδος βράκας ασιατικής καταγωγής που φοριόταν από τους χωρικούς («ποφόρηγαν χρυσά σκουτιά και κόκκινα σαλβάρια», δημ. τραγούδι). [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. salvar] …   Dictionary of Greek

  • σαράβαρο — το / συν. στον πληθ. τὰ σαράβαρα, ΝΜΑ (στους Πέρσες) είδος φαρδιάς βράκας, το σαλβάρι μσν. είδος μουσικού οργάνου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αποτελεί δάνειο, πιθ. από την Ιρανική] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»